προσωποκεντρική












Συμβουλευτική












και Ψυχοθεραπεία





















































Τί είναι αυτό που σε προβληματίζει?

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να παρέχει την επαγγελματική υποστήριξη που χρειάζεστε όταν νιώθετε άσχημα και να σας οδηγήσει σε μια πορεία θετικών αλλαγών για τη ζωή σας. Μπορεί επίσης να σας υποστηρίξει να διαχειριστείτε απαιτητικές  καταστάσεις και να ξεπεράσετε δύσκολα γεγονότα.

Η βοηθητική παρουσία του θεραπευτή, θα σας δώσει τη δυνατότητα να ανακτήσετε την ισορροπία σας, να σχετιστείτε σε υγιείς βάσεις με τον εαυτό σας και με τους ανθρώπους γύρω σας.

Οι τομείς της εμπειρίας μου περιλαμβάνουν :

-Κατάθλιψη

-Άγχος

-Χαμηλή αυτοεκτίμηση

-Προβλήματα στις σχέσεις

-Εργασιακό στρες

-Απώλεια και πένθος

-Προβλήματα με την εικόνα του εαυτού

-Κακοποίηση

-Κατεύθυνση ζωής

-Προσδιορισμός στόχων

αι άλλα θέματα

Η προσωποκεντρική συμβουλευτική/ψυχοθεραπεία είναι μια προσέγγιση για την κατανόηση της προσωπικότητας του ατόμου και των ανθρώπινων σχέσεων που έχει ως κέντρο τον άνθρωπο.
 
Τον άνθρωπο που γίνεται πρόσωπο μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία.
Μέσα από αυτή την προσέγγιση κάθε άνθρωπος αντιμετωπίζεται μοναδικά, καθώς η θεραπεία δεν λειτουργεί απρόσωπα και μαζικά, αλλά εστιάζει στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, ώστε η θεραπεία του να τον αφορά προσωπικά.
 
Η προσωποκεντρική προσέγγιση στον χώρο της συμβουλευτικής και της ψυχοθεραπείας έχει μια θετική οπτική στη ζωή, ενισχύει τη δύναμη του ατόμου για αλλαγή, είναι ολιστική, καθότι εξετάζει τον άνθρωπο ως όλον και λειτουργεί μη κατευθυντικά, χωρίς, δηλαδή, να επεμβαίνει στις αξίες, στις πεποιθήσεις και στον ρυθμό με τον οποίο επεξεργάζεται κάθε ένας τα δεδομένα στη θεραπεία του.
 
Είναι μια θεραπευτική προσέγγιση που σέβεται τον προσωπικό χώρο και χρόνο του θεραπευόμενου και πιστεύει στην έμφυτη τάση του ατόμου για πραγμάτωση και συναισθηματική ολοκλήρωση.
 
Η προσωποκεντρική θεραπεία αναπτύχθηκε μεταξύ του 1940 και 1950 από τον Carl Rogers, ο οποίος πρότεινε ότι η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι πιο απλή, αισιόδοξη και θερμή μορφή θεραπευτικής παρέμβασης. 
 
Σύμφωνα με τον Rogers ένα άτομο συμπεριφέρεται  με βάση το πώς αντιλαμβάνεται μια κατάσταση. Επειδή κανένας δεν ξέρει τόσο καλά όσο ο ίδιος την κατάσταση του , ο καθένας είναι ο καλύτερος ειδικός για τον εαυτό του. 
 
Η προσωποκεντρική προσέγγιση δίνει ιδιαίτερη βάση στο πως είναι δομημένος ο εαυτός μας. Σύμφωνα μ’αυτή, η ψυχολογική δυσλειτουργία οφείλεται στη σύγκρουση του εαυτού που θέλουμε να έχουμε (ιδεατού εαυτού) με τα καθημερινά βιώματα μας.
1. Ενσυναίσθηση
 
 
 
Λόγω της εκπαίδευσής μου, χρησιμοποιώ αυτό τον όρο αρκετά συχνά, διαπιστώνω όμως πως αρέσει και στους θεραπευόμενους, οι οποίοι τον υιοθετούν αμέσως. Ίσως γιατί οι περισσότεροι από μας δεν έχουμε λάβει αρκετή στη ζωή μας.
 
Σε αντίθεση με άλλες μεθόδους, στην προσωποκεντρική προσέγγιση ο θεραπευτής δεν είναι αυθεντία, είναι όσο γίνεται ισότιμος με τον θεραπευόμενο, θεωρώντας πως μόνο ο δεύτερος “ξέρει” τι είναι το καλύτερο για τον ίδιο. Ο θεραπευτής δημιουργεί ένα τέτοιο κλίμα ασφάλειας, ώστε ο θεραπευόμενος να μπορεί να ανθίσει και να βρει τον δρόμο του. Για να γίνει όμως αυτό, χρειάζεται πρώτα ο θεραπευτής να μπει στα παπούτσια του θεραπευόμενου, να “δει τον κόσμο με τα μάτια του”, να κατανοήσει την εμπειρία του από το δικό του φαινομενολογικό πλαίσιο.
 
Ενσυναίσθηση όμως δε σημαίνει ταύτιση. Σημαίνει να αισθανόμαστε τα βιώματα του άλλου σε ένταση και ποιότητα “σαν να” είμαστε εκείνος,  χωρίς όμως να χάνουμε τον εαυτό μας. Πρόσφατα, μια φίλη, που και η ίδια είναι σε θεραπεία, με ρώτησε χαρακτηριστικά: “Μα εσείς οι ψυ δεν κλαίτε;” Η αλήθεια είναι πως και θα στεναχωρηθούμε με τη λύπη του θεραπευόμενου και θα χαρούμε με τη χαρά του. Όμως μέσα από την εκπαίδευση, τη διαρκή προσωπική μας θεραπεία και εποπτεία, φτάνουμε σε υψηλά επίπεδα ενσυναίσθησης χωρίς να ταυτιζόμαστε.
 
Η διαδικασία της θεραπείας για να είναι γόνιμη απαιτεί τη σχέση με τον “άλλο”. Είμαστε δεσμευμένοι στη θεραπευτική συμμαχία, αλλά παρόντες ως ξεχωριστά πρόσωπα μέσα στη θεραπευτική σχέση. έτσι δεν φτάνουμε και στα όρια της επαγγελματικής εξουθένωσης.
 
Τι θες να πεις;
 
Για να είμαστε σίγουροι πως βρισκόμαστε ακριβώς δίπλα στον θεραπευόμενο, πως δεν κάνουμε δικές μας ερμηνείες και υποθέσεις/παραδοχές, συχνά θα τον ρωτήσουμε τι εννοεί με αυτό που λέει. Αν αρχίσετε να κάνετε αυτή την ερώτηση στον περίγυρό σας, με έκπληξη θα διαπιστώσετε πως σπάνια οι άλλοι εννοούν αυτό που εσείς υποθέτετε από τα λεγόμενά τους. Στην προσωποκεντρική θεραπεία, λοιπόν, παρόλο που δεν κάνουμε διερευνητικές ερωτήσεις, συχνά χρειάζεται να επαληθεύσουμε πως βρισκόμαστε ακριβώς δίπλα στον θεραπευόμενο.
 
 
 
 
2. Θετική στάση
 
 
 
Ο Rogers μιλάει για άνευ όρων αποδοχή. Όχι για άνευ ορίων. Είναι η θετική στάση που εκπαιδευόμαστε να κρατάμε μέσα στο θεραπευτικό πλαίσιο, ακόμη κι αν όσα ακούμε, δε μας βρίσκουν σύμφωνους.
 
Στην εκπαίδευσή μας σχετικά με τη θετική στάση, πολλοί φοιτητές προβληματίζονταν:
 
“Κι αν μου έρθει ένας παιδόφιλος ή ένας έμπορος ναρκωτικών, εγώ πώς θα δείξω άνευ όρων αποδοχή;”
 
Στην πράξη, τα πράγματα είναι πολύ πιο απλά αλλά και πολύ πιο πολύπλοκα από όσο φαίνονται. Πιο απλά, γιατί κάποιοι άνθρωποι το πιθανότερο είναι πως δε θα αναζητήσουν ποτέ θεραπεία. Οι ίδιοι θεωρούν πως δε βιώνουν καμιά σύγκρουση.
 
Πιο πολύπλοκα, γιατί αυτά που τελικά δυσκολευόμαστε να αποδεχτούμε μπορεί φαινομενικά να είναι απλά και ασήμαντα, τετριμμένα, αλλά να έρχονται σε σύγκρουση με δικές μας αξίες. Το να έχουμε ως θεραπευόμενους άντρες ή γυναίκες που μας μιλάνε για τις εξωσυζυγικές τους σχέσεις ή να έχουμε άτομα που στα δικά μας μάτια μπορεί να πνίγονται σε μια σταγόνα νερό, μπορεί να είναι περιστατικά που μας φέρνουν σε εσωτερική σύγκρουση. Σε μια παρόμοια κατάσταση μάς είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να ακούσουμε καθαρά τον θεραπευόμενο και να είμαστε πλάι του στο ταξίδι της θεραπείας.
 
Με πολλή δουλειά με τον εαυτό μας, εμείς οι σύμβουλοι κατακτάμε μια σχετική διεύρυνση, που μας επιτρέπει να δείξουμε θετική στάση ακόμη και σε όσα για τον κοινό νου ή για τις προσωπικές μας αξίες μοιάζουν να είναι αλλόκοτα. Ο θεραπευόμενος, με λεκτικά και μη λεκτικά μηνύματα που του στέλνουμε, αισθάνεται την αποδοχή, θρέφεται από τη σχέση, βλέπει πιο καθαρά τον εαυτό του και τον κόσμο και σε βάθος χρόνου δυναμώνει και ανθίζει.
 
 
 
3. Αυθεντικότητα
 
 
 
Η αυθεντικότητα, όπως εγώ την αντιλαμβάνομαι, έχει δύο σκέλη: πρώτον, να είμαι ανά πάσα στιγμή σε επαφή με τον εαυτό μου. Σημαίνει να αντιλαμβάνομαι ποια συναισθήματα μου αναδύονται κάθε στιγμή, με κάθε ερέθισμα που δέχομαι από τον θεραπευόμενο. Δεν είναι απλή υπόθεση. Μερικά συναισθήματα, όπως ο θυμός, η ζήλια, ακόμη και ο πόνος, δεν γίνονται εύκολα αντιληπτά.
 
Το δεύτερο σκέλος είναι να φέρω μέσα στη σχέση αυτό που μου αναδύθηκε, να μπω στη σχέση ως πρόσωπο και όχι σαν ρόλος, σαν θεραπευτής. Θέλει τέχνη και μέτρο η αυθεντικότητα. Θέλει τόλμη και ενέχει μεγάλο ρίσκο.
 
“Για ποιον λέω αυτό που λέω;” είναι μια ερώτηση που ένας προσωποκεντρικός σύμβουλος πρέπει να θέτει συνέχεια στον εαυτό του. Αν πούμε κάτι στη συνεδρία για να επιδείξουμε τις γνώσεις μας, τη διορατικότητά μας ή την εμπειρία μας, στο τέλος δεν ωφελείται κανείς. Βασική αρχή της αυθεντικότητας είναι οι θεραπευτικές αποκρίσεις μας να προάγουν την ανάπτυξη του θεραπευόμενου και τη θεραπευτική συμμαχία. Είναι επίσης σημαντικό να υπολογίζουμε το ρίσκο, γιατί πρέπει η σχέση να έχει ήδη γερά θεμέλια, ώστε να μπορεί να χωρέσει τα “δύσκολα” που θα ειπωθούν. Όταν είμαστε αυθεντικοί, μια καλά εδραιωμένη σχέση μπορεί να γίνει ακόμη πιο βαθιά.
 
Είναι μαγική και δύσκολη συνάμα η Προσωποκεντρική Προσέγγιση. Τη βρίσκω μαγική, γιατί τις στιγμές εκείνες που αγγίζω ένα έντονο “σχεσιακό βάθος” με τον θεραπευόμενο, κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, νιώθω μια σύνδεση που σχεδόν φτάνει το υπερβατικό. Είναι δύσκολη, γιατί βασικό εργαλείο των προσωποκεντρικών συμβούλων είναι ο εαυτός μας, που πρέπει –μέσα από συνεχή εκπαίδευση, θεραπεία και εποπτεία– να φροντίζουμε και να διευρύνουμε για μια ζωή.
 
Είναι, κυρίως, ένας τρόπος ζωής, ένας “τρόπος να υπάρχεις”, όπως έλεγε και ο θείος Rogers, που με ταπεινότητα και θετική στάση σε βοηθάει να έρθεις πιο κοντά στους άλλους και σε εσένα τον ίδιο.
 
References
 
1. Buber, M. (1958). I and Thou. New York: Scribner.
2. Cooper, M. (2007). The handbook of person-centred psychotherapy and counselling. Basingstoke: Palgrave Macmillan.
3. Mearns, D., & Thorne, B. (1988). Person-centred counselling in action. London: Sage Publications.
4. Rogers, C. R. (1980). A way of being. Boston: Houghton Mifflin.
5. Rogers, C. R. (1957). ‘The Necessary and Sufficient Conditions of Therapeutic Personality Change’. Journal of Consulting Psychology, Vol. 21, pp 95–103.
6. Rogers, C. R. (1959). A theory of therapy, personality and interpersonal relationships as developed in the client-centered framework. McGraw-Hill.
 
Ο Καρλ Ρότζερς αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους διανοητές του 20ου αιώνα. Γεννήθηκε στο Σικάγο το 1902. Θεωρείται ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της Ανθρωπιστικής ή Ουμανιστικής ψυχολογίας. Οι κεντρικές ιδέες που φάνηκαν να τον εμπνέουν και να τον επηρεάζουν στη διαμόρφωση της θεωρίας προσωπικότητας και της θεωρίας θεραπείας, ήταν το κίνημα του Υπαρξισμού που άνθισε την περίοδο μετά το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η επαφή με τους Υπαρξιστές είχε ως αποτέλεσμα η Ανθρωπιστική ψυχολογία να ονομαστεί και Υπαρξιστική Ψυχολογία. Η Ανθρωπιστική ψυχολογία ουσιαστικά εμφανίστηκε και άκμασε το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, το οποίο αποτελεί και το λεγόμενο Τρίτο Κύμα του κλάδου της ψυχολογίας. Η εν λόγω περίοδος έδωσε έμφαση στη συνείδηση, τη βούληση και την αποφασιστικότητα του ανθρώπου, ως κινητήριες δυνάμεις για αυτογνωσία και αλλαγή.
 
Ο Καρλ Ρότζερς ως θεραπευτής ανέδειξε την αξία της εμπειρίας κάθε ανθρώπου και της υποκειμενικής πραγματικότητας, κατέρριψε το ρόλο της αυθεντίας του θεραπευτή, καθώς πίστευε ότι η θεραπευτική διαδικασία έχει να διδάξει πολλά τόσο στο θεραπευτή, όσο και στο θεραπευόμενο, και πίστευε ιδιαίτερα στην έμφυτη τάση του ανθρώπου να επιβιώνει και να εξελίσσεται. Ακόμη, ο Ρότζερς διατύπωσε μια μοναδική θεωρία σχετικά με τις προϋποθέσεις μιας πετυχημένης θεραπευτικής σχέσης. Θεωρούσε ότι έξι είναι οι επαρκείς και αναγκαίες συνθήκες, για τις οποίες πρέπει να μεριμνά ένας θεραπευτής. Ανάμεσα σ’ αυτές τις συνθήκες, εξέχουσα θέση κατέχουν η ενσυναίσθηση, η άνευ όρων αποδοχή και η αυθεντικότητα/ειλικρίνεια του θεραπευτή. Επίσης, ένα κλίμα ασφάλειας, θέρμης και εχεμύθειας πίστευε ότι είναι απαραίτητο στη θεραπεία, προκειμένου ο θεραπευόμενος να νιώσει εμπιστοσύνη για να μοιραστεί σημαντικά γεγονότα της ζωής του με το θεραπευτή.
 
Τέλος, η συμβολή του Ρότζερς υπήρξε ανεκτίμητη, όχι μόνο στο χώρο της ψυχολογίας, αλλά και της φιλοσοφίας, της εκπαίδευσης και της πολιτικής. Ασχολήθηκε εντατικά με την ψυχοθεραπευτική έρευνα και τιμήθηκε από τον Αμερικανικό Ψυχολογικό Σύλλογο (APA) με το Βραβείο Διακεκριμένης Επιστημονικής Συνεισφοράς. Ακόμη, διετέλεσε ο ίδιος πρόεδρος του APA , το 1947. Προς το τέλος της ζωής του υπήρξε υποψήφιος για Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης για το φιλειρηνικό του έργο στη Νότια Αφρική και τη Βόρεια Ιρλανδία. Πέθανε το 1987 στην Καλιφόρνια.
 
Η προσωποκεντρική προσέγγιση, όπως και οποιαδήποτε ψυχολογική θεωρία επηρεάστηκε από το ψυχοκοινωνικό και φιλοσοφικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε. Το έργο του Carl Rogers διαπνέεται από τις βασικές αρχές της φαινομενολογίας και του υπαρξισμού.
 
Η φαινομενολογία δεν δέχεται την ύπαρξη μιας απόλυτης αντικειμενικής πραγματικότητας την οποία όλοι οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται με τον ίδιο τρόπο. Αντίθετα ο υποκειμενικός τρόπος με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται και βιώνει την πραγματικότητα μια δεδομένη στιγμή καθορίζει την συμπεριφορά του.
 
Ο υπαρξισμός υποστηρίζει ότι « ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτό που ο ίδιος φτιάχνεται». Κάθε άνθρωπος δηλαδή είναι ελεύθερος και ικανός να διαμορφώσει την μοίρα του και να επιλέξει τον τρόπο με τον οποίο θα ζήσει μέσα στα πλαίσια των εγγενών δυνατοτήτων του. Κάθε άνθρωπος διαθέτει την ικανότητα για πραγμάτωση των δυνατοτήτων του, διαθέτει δηλαδή την ικανότητα για ανάπτυξη, μεγαλύτερη αυτονομία και εκπλήρωση των ικανοτήτων του.
Η προσωποκεντρική προσέγγιση εμφανίστηκε γύρο στο 1940 από μια ομάδα ανθρώπων με επικεφαλής τον Carl Rogers. Το ενδιαφέρον του για την ψυχοθεραπεία καθώς και η πεποίθηση του πως ο άνθρωπος είναι εγγενώς έμπιστος και ικανός να κατανοεί τον εαυτό του και να λύνει τα όποια του προβλήματα χωρίς την άμεση παρέμβαση του θεραπευτή, τον οδήγησε στην προσπάθεια δημιουργίας μιας νέας θεραπευτικής μεθόδου που αρχικά ονομάστηκε μη κατευθυντική.
 
Ο όρος αυτός αντικατοπτρίζει την στάση του Rogers πως δεν χρειάζεται ο θεραπευτής να αποφασίζει και να καθοδηγεί τον πελάτη σε κατευθύνσεις και αλλαγές που αυτός θεωρεί κατάλληλες. Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι να προσπαθεί ο θεραπευτής να βοηθήσει τον πελάτη να ανακαλύψει τις ανάγκες του και να αποφασίσει μόνος του τις αλλαγές και κατευθύνσεις που αυτός θεωρεί καταλληλότερες για εκείνον. Αυτό που πρότεινε ήταν ένας τύπος θεραπευτικής σχέσης μεταξύ πελάτη και θεραπευτή όπου ο δεύτερος θα είχε μια στάση και θέση απέναντι στον πελάτη τέτοια ώστε να δημιουργήσει ένα περιβάλλον ικανό να πυροδοτήσει την ικανότητα το πελάτη για αυτο-εξερεύνηση και αυτο- ανάπτυξη. Επομένως, το θεραπευτικό αποτέλεσμα έχει να κάνει με την στάση το θεραπευτή, τα προσωπικά του χαρακτηριστικά και η ποιότητα της σχέσης που αναπτύσσεται ανάμεσα σε αυτόν και τον πελάτη, και όχι με την ικανότητα του θεραπευτή να κάνει διάγνωση, να δίνει συμβουλές, κατευθύνσεις ή να κάνει προτάσεις για την επίλυση των δυσκολιών του πελάτη. Στο πλαίσιο αυτό, ο θεραπευτής δεν δεν μοιράζονταν προσωπικά θέματα με τους πελάτες, αλλά επικεντρώνονταν στο να αντανακλούν και να αποσαφηνίζουν την λεκτική και μη επικοινωνία των πελατών προσπαθώντας να αποκτήσουν πρόσβαση στα νοήματα και συναισθήματα των όσων επικοινωνούνταν.
 
Μετά το 1950 η προσέγγιση ονομάζεται Πελατοκεντρική τονίζοντας έτσι πως το επίκεντρο της διαδικασίας της θεραπείας είναι ο πελάτης και όχι οι τεχνικές και οι μέθοδοι. Παρουσιάζονται οι απαραίτητες αλλά και επαρκείς συνθήκες για την θεραπευτική αλλαγή και δίνεται μεγάλη σημασία στον εσωτερικό κόσμο του πελάτη και στη κατανόησή του από τον θεραπευτή. “Άλλη μια διαπίστωση της περιόδου είναι η σημασία της ισότιμης συσχέτισης ή συνάντησης (encounter) μεταξύ του θεραπευτή και του πελάτη για τη δημιουργία των κατάλληλων συνθηκών για αλλαγή και ανάπτυξη. Έτσι αναθεωρείται ο ρόλος του θεραπευτή ο οποίος πλέον είναι ένα ισότιμο «πρόσωπο» (person) στη σχέση με σημαντικό ρόλο στην όλη διαδικασία.
 
Αυτήν την στάση ο Rogers θέλησε να την εφαρμόσει και σε άλλα πεδία ή περιβάλλοντα πέρα από την ψυχοθεραπεία, όπως στην εκπαίδευση και στην πολιτική, καθιερώνοντας πλέον το όνομα της προσέγγισής του ως Προσωποκεντρική.
 
Σήμερα αυτό το όνομα περιέχει το σύνολο των ιδεών του Rogers για τον τρόπο που οι άνθρωποι αναπτύσσονται και ανακαλύπτουν τον εαυτό τους σε οποιοδήποτε πλαίσιο και αν μπορούν να εφαρμοστούν.
Η αξιολόγηση της ποιότητας της προσωποκεντρικής θεραπευτικής σχέσης έχει παραδοσιακά βασιστεί στην εκτίμηση της πρόθεσης του θεραπευτή. Κρίνοντας κατά πόσο μια θεραπευτική σχέση εμπίπτει στο πεδίο ορισμού της προσωποκεντρικής προσέγγισης, ο έμπειρος ειδικός θα θέσει το ερώτημα ποια είναι η πρόθεση του θεραπευτή. Ωστόσο σκοπός αυτού του σημειώματος είναι να τονίσει κάτι που ίσως παραβλέπεται σήμερα .Δηλαδή ότι χρειάζεται να απαντηθεί ένα ακόμα ερώτημα προκειμένου να εκτιμηθεί πλήρως η ποιότητα της θεραπευτικής σχέσης. Το ερώτημα αυτό είναι ποια είναι η αντίληψη του πελάτη για την πρόθεση του θεραπευτή.
 
Μια συνοπτική προσπάθεια να αναζητηθούν τα στοιχεία που καθιστούν σημαντική τη πρόθεση του θεραπευτή στη σχέση, θα αναδείκνυε την ανάγκη να απαντηθούν επί μέρους ερωτήματα από τα οποία κρίνεται κατά πόσο λειτουργεί απέναντι στον πελάτη με συνέπεια η όχι προς τη συγκεκριμένη προσέγγιση. Για παράδειγμα η επικέντρωσή του στην κατανόηση του πελάτη και στην αποδοχή των αξιών του ,είναι συνεπείς με την προσέγγιση. Αντίθετα η πρόθεσή του να κάνει τον πελάτη του να συνειδητοποιήσει ότι δεν είναι αυθεντικός η να του δείξει εναλλακτικές προοπτικές μιας κατάστασης ,δεν είναι συνεπείς με την προσέγγιση. Επομένως ,η πρόθεση του θεραπευτή είναι ιδιαίτερα κρίσιμο στοιχείο για να αξιολογηθεί αν ο θεραπευτής ακολουθεί στη θεραπευτική σχέση το θεωρητικό μοντέλο της προσέγγισης.
 
Ο προσωποκεντρικός θεραπευτής πιστεύει στη διαμορφωτική τάση και στη συνακόλουθη τάση πραγμάτωσης, επομένως και στην υποκείμενη υπόθεση ότι ο πελάτης είναι ο καλύτερος ειδικός για τον εαυτό του. Πρόκειται για την πίστη στην ειδίκευση αυτή του πελάτη που διαφοροποιεί την προσωποκεντρική προσέγγιση από τις άλλες που βασίζονται σε διαφορετικές φιλοσοφικές θεωρίες. Όταν ο προσωποκεντρικός θεραπευτής αξιολογεί τις αποκρίσεις του προς τους πελάτες, πρέπει να εξετάζει όχι μόνο τη δική του στάση αλλά και την αντίληψη των πελατών του για αυτή τη στάση. Αυτό προκύπτει ως αναγκαιότητα εφόσον η θεραπευτική σχέση έχει ως κεντρική σκηνή την πραγματικότητα του πελάτη ,δηλαδή το φαινομενολογικό του κόσμο και δευτερευόντως αυτόν του θεραπευτή. Σε άλλα θεωρητικά μοντέλα η αξιολόγηση της πορείας και της προόδου της θεραπευτικής σχέσης εξετάζεται κατά προτεραιότητα με βάση το φαινομενολογικό κόσμο του θεραπευτή όπως τον διαμορφώνει η γνωστική του εξειδίκευση. Αντίθετα, στην προσωποκεντρική προσέγγιση, η αντιληπτική στάση του πελάτη είναι αυτή που διαμορφώνει το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η σχέση και μέσα στο οποίο πρέπει να αξιολογείται η απόκριση του θεραπευτή.
 
Ο τρόπος με τον οποίο ο πελάτης αποκρίνεται στην απόκριση του θεραπευτή, υπήρξε πάντα το κλειδί με το οποίο κρινόταν κατά πόσο η προσωποκεντρική θεραπευτική σχέση διευκολύνει την τάση πραγμάτωσης.Ακούγοντας ηχογραφημένες συνεδρίες ,ο Rogers και οι συνεργάτες του αξιολογούσαν τις προθέσεις τους στο πλαίσιο της αντίληψης του πελάτη για αυτές τις προθέσεις. Έτσι, παρατήρησαν ότι αποκρίσεις πελατών εξέφραζαν αμυντικότητα σε περιπτώσεις που οι θεραπευτές επεδείκνυαν κρίση, αντίθεση και γενικότερα μια μη προσωποκεντρική στάση(Rogers 1942).
 
Ο προσωποκεντρικός θεραπευτής έχει τη θέληση να ενσυναισθανθεί την αντίληψη του πελάτη για τη σχέση και όχι να μεταφέρει τις δικές του αντιλήψεις στη σχέση. Με άλλα λόγια ,οι προσωποκεντρικοί θεραπευτές συμμετέχουν στη θεραπευτική σχέση μέσα από τον κόσμο του πελάτη και μόνο περιστασιακά φέρνουν τον πελάτη στο δικό τους κόσμο. Αυτό δε σημαίνει ότι το πραγματικό πρόσωπο του θεραπευτή απουσιάζει από τη σχέση αλλά ότι η συγκεκριμένη σχέση αποτελεί μια ειδική περίπτωση σχέσης στην οποία ο φαινομενολογικός κόσμος του πελάτη αποτελεί το πρωτεύον πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύσσεται η σχέση ,αντίθετα με τις φιλικές και ερωτικές σχέσεις στις οποίες δυο ζωτικά αντιληπτικά πεδία διαμορφώνουν το πλαίσιο της σχεσιακής ανάπτυξης.
 
Ο Rogers επέμενε να επαληθεύει τις υποθέσεις του για τη θεραπευτική αλλαγή με συνεχείς παρατηρήσεις αφού θεωρούσε ότι η πίστη του θεραπευτή στην τάση πραγμάτωσης του πελάτη του πρέπει να ελέγχεται με συνεχείς παρατηρήσεις και αξιολογήσεις(Rogers 1951). Πράγματι ,ανεξάρτητα ποιες είναι οι προθέσεις του θεραπευτή, μια απόκρισή του μπορεί να εκληφθεί από τον πελάτη ως προστατευτική, κυριαρχική, κατευθυντική κ.λ.π .Για το λόγο αυτό η αντίληψη του πελάτη για τις προθέσεις του θεραπευτή πρέπει να ελέγχεται από τον τελευταίο σε συνεχή βάση.
 
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αντίληψη του πελάτη για τη στάση και τις ενέργειες του θεραπευτή στο πλαίσιο της έρευνας του Rogers για τα χαρακτηριστικά μιας βοηθητικής σχέσης. Από την έρευνα αυτή προέκυψε ότι ανεξάρτητα από τη φιλοσοφική σχολή προέλευσης του θεραπευτή, ο τελευταίος εκλαμβάνεται από τον πελάτη ως αποτελεσματικός στο βαθμό που ο πελάτης βιώνει από μέρους του κατανόηση, νοιάξιμο και σεβασμό στις αξίες και τους στόχους του(Rogers 1958).
Ένα από τα θέματα που απασχολεί χρόνια την ψυχιατρική είναι ο ορισμός της ψυχικής υγείας. Τί είναι ψυχική υγεία και τί διαταραχή; Τί είναι φυσιολογικό και τί όχι; Μια συμπεριφορά ή ένα χαρακτηριστικό προσωπικότητας θεωρείται φυσιολογικό αν είναι τυπικό ή αν υπακούει σε κάποιο αποδεκτό πρότυπο συμπεριφοράς ή ύπαρξης. Όμως οι όροι “τυπικό” ή “πρότυπο” ή ”αποδεκτό” είναι γενικοί, διφορούμενοι, αφορούν αξιολογήσεις και διαφέρουν από πολιτισμό σε πολιτισμό. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας ορίζει ως φυσιολογική την κατάσταση πλήρους ψυχικής, σωματικής και κοινωνικής ευημερίας. Και αυτός ο ορισμός όμως είναι ελλιπής καθώς ορίζει την σωματική και ψυχική υγεία ως την απουσία σωματικής ή ψυχικής νόσου (Sadock, Sadock, 2003).
 
Η τέταρτη αναθεωρημένη έκδοση του DSM (Manual of Mental Disorders), το Στατιστικό και Διαγνωστικό Εγχειρίδιο των Ψυχικών Διαταραχών, δεν έχει κάποιον ορισμό για την φυσιολογική συμπεριφορά ή προσωπικότητα ή για τη ψυχική υγεία. Έχει όμως για τη ψυχική διαταραχή. Σύμφωνα με αυτόν, ψυχική διαταραχή είναι μία συμπεριφορά ή ένα ψυχολογικό σύνδρομο ή ακολουθία η οποία είναι συνδεδεμένη με δυσφορία ή ανησυχία ή κάποια ανικανότητα σε μία ή περισσότερες πτυχές της λειτουργικότητας του ατόμου. Πιο αναλυτικά, για να χαρακτηριστεί μη φυσιολογική μια συμπεριφορά ή ένα χαρακτηριστικό, χρειάζεται να ληφθούν υπόψη τα εξής χαρακτηριστικά: η στατιστική σπανιότητα, η παραβίαση κοινωνικών προτύπων, η ψυχολογική δυσφορία, η ανικανότητα ή η δυσλειτουργία συμπεριφορών και τέλος τον βαθμό που μια συμπεριφορά ή χαρακτηριστικό είναι απροσδόκητο (Sadock, Sadock, 2003, Davison, Neale, Kring, 2004).
 
Αυτό που γίνεται φανερό από τα παραπάνω είναι πως ο διαχωρισμός μεταξύ μιας φυσιολογικής ή όχι συμπεριφοράς ή χαρακτηριστικού προσωπικότητας δεν είναι εύκολος, ιδιαίτερα αν η προσπάθεια αυτή γίνεται με επιστημονικούς όρους. Τί λέει όμως ή Προσωποκεντρική Προσέγγιση για την ψυχολογική διαταραχή;
 
Ο όρος ψυχοπαθολογία αναφέρεται στην μελέτη των ασυνήθιστων, δυσλειτουργικών και οδυνηρών ψυχολογικών καταστάσεων. Τα περισσότερα εγχειρίδια ψυχιατρικής ή ψυχολογίας δεν αναφέρουν την Προσωποκεντρική προσέγγιση ως θεραπευτική μέθοδο χρόνιων ψυχολογικών παθήσεων. Αυτό δεν είναι τυχαίο καθώς η Προσωποκεντρική προσέγγιση δεν υιοθετεί το ιατρικό μοντέλο για τη κατανόηση της ψυχοπαθολογίας και δε υποθέτει πως υπάρχουν διαφορετικές διαταραχές που απαιτούν διαφορετικές θεραπευτικές στρατηγικές (Joseph, Worsley, 2005, Sanders, 2005, Wilkins, 2005, 2005 Schmid, 2005, Sommerbeck, 2005, Sadock, Sadock, 2003, Davison, Neale, Kring, 2004).
 
Για την ψυχιατρική, μια διαταραχή κάποιος την έχει ή όχι. Μπορεί το γεγονός αυτό να εξυπηρετεί νομικούς ή ιατρικούς σκοπούς αλλά επιστημονικά δεν είναι εύκολος ο εντοπισμός μια ασυνέχειας μεταξύ φυσιολογικού και μη. Για κάποιους η διαχωριστική γραμμή φυσιολογικού και μη είναι αυθαίρετη και αφηρημένη. Καλύτερα ίσως να ήταν η θεώρηση μιας διαταραχής ως συνέχειας έχοντας στο ένα άκρο το χαμηλό επίπεδο δυσλειτουργίας και στο άλλο το υψηλό επίπεδο δυσλειτουργίας (Joseph, Worsley, 2005, Sanders, 2005, Wilkins, 2005, 2005 Schmid, 2005, Sommerbeck, 2005)
 
Επίσης ο όρος ψυχική διαταραχή έχει αποκτήσει την έννοια της ασθένειας. Το ιατρικό μοντέλο έχει μετατρέψει την έννοια της ψυχολογικής οδύνης ή δυσφορίας σε ασθένεια, κάτι που δεν είναι πλήρως τεκμηριωμένο επιστημονικά. Στην ψυχιατρική, οι ψυχικές παθήσεις είναι μια λίστα ασθενειών βασισμένη σε παρεμφερή συμπτώματα και όχι σε αιτιολογίες όπως αυτές των σωματικών παθήσεων. Με αυτή τη λογική, από τη στιγμή που η ψυχική πάθηση είναι ασθένεια, ο καλύτερος τρόπος για να μιλάμε για αυτήν είναι χρησιμοποιώντας ιατρικούς όρους – ασθένεια, σύμπτωμα, υγεία, φυσιολογικό -, χρειάζεται ιδιαίτερη αντιμετώπιση από ειδικούς, και τέλος χρειάζεται ένα σύστημα κατηγοριοποίησης των συμπτωμάτων και των θεραπειών. Έτσι λειτουργεί το ιατρικό μοντέλο, τα ψυχολογικά προβλήματα αντιμετωπίζονται όπως τα σωματικά. Χρειάζεται να γίνει μια διάγνωση βασισμένη στα συμπτώματα ώστε να διαχωριστεί η συγκεκριμένη πάθηση από κάποια άλλη και έτσι να ακολουθηθεί η συγκεκριμένη θεραπεία για την συγκεκριμένη ασθένεια. Για τους ψυχίατρος και τους ψυχολόγους ο διαχωρισμός, για παράδειγμα, της κατάθλιψης από το μετατραυματικό στρες είναι πολύ σημαντική καθώς απαιτούν διαφορετική θεραπευτική διαδικασία. Το DSM χρησιμεύσει στη επικοινωνία μεταξύ τους, και ενεργοποιεί ερευνητικά προγράμματα για την εύρεση των αιτιών και των καταλληλότερων θεραπευτικών στρατηγικών της κάθε διαταραχής. Το θέμα είναι αν οι διάφορες ψυχικές διαταραχές διαφέρουν όπως οι σωματικές διαταραχές και απαιτούν επομένως διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης (Joseph, Worsley, 2005, Sanders, 2005, Wilkins, 2005, 2005 Schmid, 2005, Sommerbeck, 2005).
 
Για την Προσωποκεντρική προσέγγιση τα πράγματα δεν είναι έτσι. Η βασική της θεώρηση υποστηρίζει πως τα ψυχολογικά προβλήματα ξεκινάνε ή είναι αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης των όρων αξίας στην αυτοαντίληψή των ατόμων. Ο όρος αξίας είναι ένας όρος αξίας ή εκτίμησης συνήθως αρνητικός από κάποιο σημαντικό πρόσωπο της ζωής του ατόμου, που ενσωματώνεται στην αυτοαντίληψή του. Μία από τις λειτουργίες της τάσης πραγμάτωσης είναι διαχωρίζει ένα τμήμα της εμπειρίας του ατόμου σε συνειδητοποίηση ή επίγνωση της ύπαρξής και λειτουργικότητας του ως οντότητα. Όταν αυτή η αυτο-εμπειρία, αυτο-βίωση, αξιολογείται από τους άλλους ως άξια ή όχι για θετική αναγνώριση και αποδοχή τότε ή αυτο-αποδοχή του ατόμου γίνεται ευάλωτη σε αυτές τις αξιολογήσεις. Όταν μια αυτο-εμπειρία που δεν γίνεται αποδεκτή αρχικά από τους άλλους και έπειτα από το άτομο σταματά ή αποφεύγεται τότε ένας όρος αξίας έχει ενσωματωθεί. Το αποτέλεσμα της ενσωμάτωσης πολλών όρων αξίας είναι η απομάκρυνση του ατόμου από τις οργανισμικές του εμπειρίες και ανάγκες οδηγώντας το σε εσωτερικές συγκρούσεις και ψυχολογική οδύνη. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα ασφαλές περιβάλλον μέσα στο οποίο το άτομο θα προσπαθήσει να έρθει σε επαφή με τον οργανισμό του και τις αυτο-εμπειρίες του χωρίς να κινδυνεύει από αξιολογήσεις και κριτικές. Το ασφαλές περιβάλλον δημιουργείται με την ενσυναίσθηση, την αυθεντικότητα και την χωρίς όρους θετική αναγνώριση του θεραπευτή για το άτομο. Τα τρία αυτά στοιχεία ή συνθήκες είναι ενσωματωμένα στην στάση ζωής του θεραπευτή και δεν είναι εφαρμογή μιας τεχνικής. Η στάση του θεραπευτή είναι αποτέλεσμα της αποδοχής της Προσωποκεντρικής θεωρίας και των βασικών της στοιχείων. Αυτά τα στοιχεία είναι η φαινομενολογική της θεώρηση, η ύπαρξη της τάσης πραγμάτωσης, η μη κατευθυντική της στάση, η ολιστική αντιμετώπιση της ανθρώπινης ύπαρξης και η αντι-διαγνωστική της στάση.
 
Ξεκινώντας από την φαινομενολογική θεώρηση, η Προσωποκεντρική προσέγγιση προσπαθεί να καταλάβει τον εσωτερικό κόσμο του πελάτη, το δικό του πλαίσιο αναφοράς, την προσωπική του πραγματικότητα. Αυτή η πραγματικότητα είναι η αλήθεια για τον πελάτη και αυτή χρειάζεται να κατανοηθεί και να γίνει αποδεκτή από τον θεραπευτή/σύμβουλο ώστε να γίνει η κοινή πραγματικότητα με την οποία θα δουλέψουν. Από την άλλη μεριά το ιατρικό μοντέλο είναι ένα εξωτερικό πλαίσιο αναφοράς όπου προσπαθεί να εντοπίσει, να ορίσει, να εξηγήσει και να βρει τις αιτίες για τις αποκλίσεις σε όλα τα επίπεδα λειτουργίας του ανθρώπου. Ένα παράδειγμα είναι οι παραισθήσεις και οι ψευδαισθήσεις οι οποίες θεωρούνται μη φυσιολογική, αποκλίνουσα λειτουργία από το ιατρικό μοντέλο. Για τον προσωποκεντρικό σύμβουλο/θεραπευτή αναγνωρίσει πως η κατάσταση αυτή είναι η πραγματικότητα του πελάτη και επομένως χρειάζεται να την θεωρήσει ως την κοινή τους πραγματικότητα πάνω στην οποία θα ξεκινήσει η θεραπευτική διαδικασία. Η διαφορά είναι στο ότι το ιατρικό μοντέλο προσπαθεί να εξηγήσει τον πελάτη ενώ ή Προσωποκεντρική προσπαθεί να τον καταλάβει. Για το ιατρικό μοντέλο σημασία έχει η κοινή αποδεκτή πραγματικότητα ενώ για την προσωποκεντρική η προσωπική πραγματικότητα του πελάτη (Joseph, Worsley, 2005, Sanders, 2005, Wilkins, 2005, 2005 Schmid, 2005, Sommerbeck, 2005).
 
Ιδιαίτερη σημασία για κάθε θεωρία θεραπείας έχει η στάση της για την ανθρώπινη φύση. Για την προσωποκεντρική προσέγγιση θεμελιώδες στοιχείο είναι η τάση πραγμάτωσης που ορίζεται ως μια βιολογική τάση προς περισσότερη διαφοροποίηση και πραγμάτωσης των δημιουργικών δυνατοτήτων του οργανισμού. Αυτή η ανθρωποκεντρική στάση έρχεται σε αντίθεση με άλλες θεωρίες που έχουν μια αρνητική στάση για την ανθρώπινη φύση θεωρώντας πως ο μόνος τρόπος για να μια δημιουργική ζωή είναι ο περιορισμός των καταστροφικών ορμών και παρορμήσεων. Φυσικά δεν πρόκειται για μια απλά αφελή θετική θεώρηση της ανθρώπινης φύσης αλλά έχει να κάνει με τις δυνατότητες του ανθρώπου που θεωρείται πως μπορούν να εκφραστούν όταν βρίσκεται ένα περιβάλλον κατάλληλο ώστε να μην μπλοκάρονται. Εκεί αποσκοπεί και η θεραπευτική διαδικασία προσπαθώντας να απελευθερώσει αυτές τις δυνατότητες αφαιρώντας τα όποια εμπόδια (Joseph, Worsley, 2005, Sanders, 2005, Wilkins, 2005, 2005 Schmid, 2005, Sommerbeck, 2005).
 
Σε αρμονία με τη τάση πραγμάτωσης είναι το επόμενο σημείο, η μη κατευθυντική στάση της Προσωποκεντρικής θεραπευτικής διαδικασίας. Η μη-κατευθυντική στάση έχει να κάνει με τον σεβασμό στην ικανότητα του κάθε ανθρώπου να αυτο-προσδιορίσει την ύπαρξη του. Αποτελεί βασική αρχή της προσέγγισης και προϋποθέτει τη αποδοχή της δημιουργικής τάσης πραγμάτωσης του ανθρώπου και προσβλέπει στην μη παρέμβαση σε αυτή τη τάση. Η πρακτική εφαρμογή της αρχής σχηματίζει και την στάση του προσωποκεντρικού θεραπευτή/συμβούλου απέναντι στον πελάτη. Η αναγνώριση και η αποδοχή της ανθρώπινης φύσης του ανθρώπου οδηγεί στην θέση πως ο άνθρωπος είναι συνεχώς σε διαδικασία ανάπτυξης και ωρίμανσης και δεν είναι μια μηχανή που χρειάζεται επισκευή και διορθώσεις. Τονίζει την θεραπεία, την επούλωση, μέσω μιας ανθρώπινης σχέσης και όχι την παρεμβατική, ασεβή αντιμετώπιση συμπτωμάτων και συμπεριφορών (Joseph, Worsley, 2005, Sanders, 2005, Wilkins, 2005, 2005 Schmid, 2005, Sommerbeck, 2005).
 
Μια άλλη πτυχή όπου η Προσωποκεντρική προσέγγιση δίνει έμφαση είναι η ολιστική ματιά της, θεωρώντας πως ο άνθρωπος έχει γνωστικές, συναισθηματικές, σωματικές και πνευματικές διαστάσεις που χρειάζεται να έχουν ισότιμο χώρο έκφρασης μέσα στην θεραπευτική διαδικασία. Η θέση αυτή διαφέρει από την αφαιρετική ιατρική ματιά που επικεντρώνεται στη φυσική, υλική, σωματική διάσταση του ανθρώπου (Sanders, 2005).
 
Τέλος, μια από τις σημαντικότερες διαφορές μεταξύ της Προσωποκεντρικής θεωρίας και του Ιατρικού μοντέλου είναι η αντι-διαγνωστική στάση της Προσωποκεντρικής θεραπευτικής διαδικασίας.
 
Η διάγνωση είναι μια διαδικασία αξιολόγησης και κατηγοριοποίησης των ανθρώπων από κάποιον ο οποίος είναι “ειδικός” για να κάνει αυτή την αξιολόγηση. Είναι μια διαδικασία που αφορά και εξαρτάται από το πλαίσιο αναφοράς του ειδικού και δεν αντικατοπτρίζει την εμπειρία και τις ανάγκες του πελάτη. Όλη αυτή η διαδικασία είναι αντίθετη με την φιλοσοφία και στάση της προσωποκεντρικής προσέγγισης. Έχοντας ως βασικές έννοιες και αρχές τη τάση πραγμάτωσης, την φαινομενολογία, την ολιστικότητα και τη μη-κατευθυντικότητα, θα ήταν δύσκολο να υπάρχει μια διαδικασία η οποία αποδυναμώνει τον πελάτη, δεν σέβεται την ελευθερία του και το δικαίωμα του να καθορίζει την ύπαρξή του σαν την διάγνωση. Η πεποίθηση της προσωποκεντρικής προσέγγισης είναι να προσφέρει μια θεραπευτική διαδικασία μέσω μιας ανθρώπινης σχέσης σεβόμενη πάντα το δικαίωμα του πελάτη να απελευθερωθεί, να θεραπευτεί χωρίς να θυσιάσει την προσωπική του δύναμη και εξουσία πάνω στον εαυτό του. Έτσι και αλλιώς δεν υπάρχει λόγος για διάγνωση ώστε να διαφοροποιηθεί η “κατάσταση”, η διαταραχή, του πελάτη από την στιγμή που η προσέγγιση έχει έναν τρόπο θεραπείας. Το μόνο που χρειάζεται είναι η προσπάθεια παροχής από τον θεραπευτή/σύμβουλο των τριών απαραίτητων και επαρκών θεραπευτικών συνθηκών, της ενσυναίσθησης, της αποδοχής χωρίς όρους και της αυθεντικότητας (Wilkins, 2005).
 
Τι συμπεράσματα μπορεί κανείς να βγάλει διαβάζοντας τις θέσεις της Προσωποκεντρικής προσέγγισης για την ψυχοπαθολογία; πως είναι μια ριζοσπαστική, ανατρεπτική θεώρηση που αμφισβητεί την καθιερωμένη, παγιωμένη αντίληψη για την ψυχική ασθένεια; πως οι Προσωποκεντρικοί σύμβουλοι/θεραπευτές είναι αφελείς, ανεύθυνοι και επικίνδυνοι και πως δεν είναι τόσο ενήμεροι, μελετημένοι και επιστήμονες σαν τους άλλους; Ίσως. Ίσως για κάποιον που μαθαίνει για πρώτη φορά την διαφορετική αντίληψη για την ανθρώπινη φύση που πρεσβεύει η Προσωποκεντρική θεωρία να φαίνονται όλα αυτά ως ξένα και μη ρεαλιστικά. Ίσως ακούγονται ως μια ακραία στάση που δεν γίνεται να εφαρμοστεί. Εδώ είναι και το νόημα της όλης προσπάθειας. Ίσως ήρθε η ώρα να μάθουμε κάτι από αυτή την προσέγγιση. Να μάθουμε πως η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να χωρέσει σε αριθμούς και κατηγορίες. Πως ο κάθε άνθρωπος αξίζει να ορίζει μόνος του τη ζωή του και να γίνεται σεβαστή η μοναδικότητα της ψυχικής του οδύνης απαιτώντας ένα σύστημα που θα τον υποστηρίζει ως μοναδικό και ξεχωριστό άνθρωπο. Πως χρειάζεται ένα σύστημα και μια πολιτική όπου κέντρο της είναι ο κάθε άνθρωπος και ο τρόπος που βιώνει το περιβάλλον του.
 
Σίγουρα δεν είναι εύκολο να αλλάζουν τα πράγματα. Σίγουρα το να χωριστούμε σε στρατόπεδα δεν θα οδηγήσει πουθενά και δεν θα βοηθήσει τον στόχο που είναι ο άνθρωπος και το πως θα μπορέσουμε να τον ανακουφίσουμε ή να τον “θεραπεύσουμε” όταν ζητάει την βοήθεια μας. Έχουμε πολλά να μάθουμε από τους άλλους και χρειάζεται να είμαστε ανοιχτοί σε όσα έχουν να πουν, όπως και αυτοί χρειάζεται να ακούσουν τί λέει η Προσωποκεντρική θεωρία. Ίσως ήρθε η ώρα να προσπαθήσουμε όλοι μαζί να κατανοήσουμε την ανθρώπινη φύση και να προσπαθήσουμε να εξανθρωπίσουμε την επιστήμη που ασχολείται με τον άνθρωπο. Το σίγουρο είναι πως καμία θεώρηση δεν μπορεί να εξηγήσει απόλυτα την ανθρώπινη φύση. Η Προσωποκεντρική προτείνει πως η ανθρώπινη σχέση μπορεί να βοηθήσει τον άνθρωπο να βιώσει την ανθρώπινη φύση του, να την εκτιμήσει και να την τιμήσει οδηγώντας στην ανακάλυψη των δικών του θεραπευτικών δυνάμεων που ήδη διαθέτει. Ίσως αυτό χρειάζεται να διαδοθεί και να εκτιμηθεί περισσότερο από όλους όσους ασχολούνται με την ανθρώπινη οδύνη και την προσπάθεια ανακούφισης της (Joseph, Worsley, 2005, Sanders, 2005, Wilkins, 2005, 2005 Schmid, 2005, Sommerbeck, 2005).

Η θεραπεία είναι μία πορεία, η οποία σκοπεύει στην ανακάλυψη του προσώπου του από τον ίδιο τον άνθρωπο. Μερικά από τα βασικά ερωτήματα, τα οποία θέτει ο άνθρωπος, είναι το ποιος είναι πραγματικά, πώς μπορεί να επικοινωνήσει με τον αληθινό εαυτό του, ο οποίος βρίσκεται κάτω από την συμπεριφορά του και πώς μπορεί πραγματικά να είναι ο εαυτός του;

Κατά τον Rogers ο εσώτερος πυρήνας της προσωπικότητας του ανθρώπου είναι ο οργανισμός. Ο οργανισμός είναι ο χώρος στον οποίο υπάρχουν οι εμπειρίες, οι οποίες αποτελούν το προσωπικό σύστημα αξιών του ανθρώπου . Ο πυρήνας αυτός της προσωπικότητας είναι, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο κεφάλαιο και σε αντίθεση με σχεδόν όλες τις ψυχαναλυτικές θεωρίες, θετικός, καλός, βασικά κοινωνικοποιημένος και πορεύεται με την λογική και τον ρεαλισμό. Τα αντικοινωνικά συναισθήματα, το να είναι ο άνθρωπος παράλογος, εχθρικός, ακοινώνητος, καταστροφικός για τον ίδιο και τους άλλους, προέρχονται από την ματαίωση των βασικών και βαθύτερων αναγκών του ανθρώπου για αγάπη, ασφάλεια, συνεργασία. Κάτω από την πικρία, το μίσος, την επιθυμία για εκδίκηση κρύβονται βαθιές πληγές του οργανισμού του ανθρώπου, του πυρήνα δηλαδή της προσωπικότητας του ανθρώπου

Παράλληλα κάτω από αυτές τις αντικοινωνικές συμπεριφορές υπάρχει ένας εαυτός θετικός χωρίς μίσος, αυταπάτες και στρεβλώσεις. Η επίγνωση του εαυτού, το σκάψιμο δηλαδή του εσωτερικού εαυτού, είναι τα στοιχεία, τα οποία κάνουν τον άνθρωπο να περάσει από την επιφανειακή και διαστρεβλωμένη συμπεριφορά στην βίωση των πραγματικών διαστάσεων των εμπειριών της ζωής του. Με την επίγνωση ο άνθρωπος φθάνει σταδιακά να γίνεται αυτό που πραγματικά είναι σε εμπειρία, ένας ολοκληρωμένος ανθρώπινος οργανισμός σε πλήρη λειτουργία. Ο εαυτός, είναι ένα σταθερό και οργανωμένο εννοιολογικό σύνολο, το οποίο αποτελεί τις αντιλήψεις του ανθρώπου για τα χαρακτηριστικά του εγώ, για τις αξίες του και για τις σχέσεις του με τους άλλους. Αυτός αποτελεί το διαρκές σημείο αναφοράς του ανθρώπου για την αντιμετώπιση των αναγκών που προκύπτουν από την καθημερινότητα του .

Ο κάθε άνθρωπος έχει έμφυτη την δημιουργική εκπλήρωση των βιολογικών δυνατοτήτων του. Η τάση αυτή ονομάστηκε από τον Rogers, ως τάση πραγμάτωσης, με την οποία ο άνθρωπος εξελίσσεται από μία απλή σε μία σύνθετη οντότητα. Μεταβαίνει από την εξάρτηση στην ανεξαρτησία, από την σταθερότητα σε μία διαδικασία αλλαγής και ελεύθερης έκφρασης ή πιο απλά να προσπαθήσει να γίνει όσα μπορεί να γίνει . Ο άνθρωπος εξερευνά το περιβάλλον του, διδάσκεται από αυτό και προσπαθεί να ανακαλύψει τρόπους για να ζήσει όσο το δυνατόν περισσότερο ικανοποιητικά . Στην θεραπευτική σχέση ο θεραπευτής πρέπει να δείχνει εμπιστοσύνη στην τάση πραγμάτωσης του πελάτη για ωρίμανση, ανάπτυξη και θεραπεία. Πρέπει να επιδεικνύει σεβασμό και εμπιστοσύνη στον πελάτη του ότι είναι ικανός να ζήσει με αυτοδιάθεση, αυτοκατανόηση και εποικοδομητική αλλαγή. Η τάση αυτοπραγμάτωσης είναι μία επιμέρους κατάσταση της τάσης πραγμάτωσης, η οποία φροντίζει με τις κατάλληλες συνθήκες και προϋποθέσεις να αναπτύξει την αυτοσυγκρότηση του οργανισμού . Όταν η τάση πραγμάτωσης και αυτοπραγμάτωσης συμπορεύονται, τότε το άτομο είναι σε πλήρη λειτουργία και αποδέχεται πλήρως όλες τις εμπειρίες του, αρνητικές ή θετικές.

Όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με νέες εμπειρίες, προσπαθεί να τις αξιολογήσει κατά πόσο είναι κοντά στον εαυτό του ή όχι. Οι θετικές εμπειρίες προάγουν την ανάπτυξη του ανθρώπου και τον βοηθούν να ζήσει σύμφωνα με τις εσωτερικές του αντιλήψεις. Αντίθετα οι αρνητικές εμπειρίες είτε γίνονται υποσυνείδητα αντιληπτές από τον εαυτό ή βιώνονται με διαστρεβλωμένο τρόπο. Έτσι, ο άνθρωπος ασυνείδητα υιοθετεί αρνητικούς όρους αξίας, δηλαδή αξίες αποδεκτές από τους άλλους, οι οποίες είναι έξω από την εσωτερική αξιολογική διαδικασία και δεν ταιριάζουν στην οργανισμική εμπειρία του. Έτσι υπάρχει ο κίνδυνος της δημιουργίας ενός εξαρτημένου εαυτού ή ενός υπό όρους λειτουργικού προσώπου. Αυτό που πραγματώνεται ουσιαστικά αναφέρεται στον υπό όρους εαυτό και όχι στον οργανισμικό εαυτό. Έτσι η τάση πραγμάτωσης του εαυτού έρχεται σε σύγκρουση την τάση αυτοπραγμάτωσης του υπό όρους εαυτού και ο άνθρωπος αρχίζει να εμφανίζει συμπτώματα άγχους, φόβου ή πιο σοβαρές καταστάσεις όπως αποξένωσης, χαμηλής αυτοεκτίμησης, ακηδίας, αδυναμίας κ.ά.

Αυτή η απόσταση του εγώ με την εμπειρία ονομάστηκε από τον Rogers ως εσωτερική ασυμφωνία. Ο άνθρωπος επιθυμώντας να είναι αποδεκτός από τους άλλους υιοθετεί πολλές φορές συμπεριφορές, οι οποίες είναι αντίθετες από το κέντρο των εσωτερικών και προσωπικών του αναφορών. Έτσι συγκρούονται οι μαθημένες και παγιωμένες αντιλήψεις και συμπεριφορές στο συνειδητό μέρος της ζωής του με τις ασυνείδητες και πηγαίες αναφορές του από την τάση πραγμάτωσής του . Ο Rogers τόνισε την σημασία της συμφωνίας, της ταύτισης της εμπειρίας με την επίγνωση και την επικοινωνία, δηλαδή σε εκείνο που αισθάνεται κανείς στα σπλάχνα του με εκείνο που είναι παρόν στην συνειδητότητά του και σε εκείνο που εκφράζεται και επικοινωνεί στον στον άλλο. Αυτή η τριπλή ταύτιση εκφράζει την συμφωνία. Για να υπάρξει συμφωνία απαραίτητη είναι α) η διάθεση δύο ανθρώπων να έρθουν σε επαφή, β) να υφίσταται τουλάχιστον από τον έναν μία διάθεση για ουσιαστική επικοινωνία και γ) ότι η σχέση αυτή για να ωριμάσει η συμφωνία πρέπει να διαρκέσει κάποια χρονική περίοδο.

Έτσι όσο μεγαλύτερη είναι η συμφωνία μεταξύ της εμπειρίας, συνειδητότητας και επικοινωνίας δύο ανθρώπων τόσο η σχέση διέπεται από μία τάση για αμοιβαία επικοινωνία, κατανόηση, μία ψυχολογική προσαρμογή και λειτουργία και των δύο και μία ικανοποίηση για αυτή την σχέση. Αντίθετα όσο μεγαλύτερη είναι η ασυμφωνία, η σχέση έχει έλλειψη επικοινωνίας, κατανόησης, ανεπαρκή ψυχολογική προσαρμογή και μία δυσάρεστη αίσθηση για την ίδια την σχέση. Όταν η τάση πραγμάτωσης συμφωνεί απόλυτα με την τάση αυτοπραγμάτωσης, τότε ο άνθρωπος βιώνει την συμφωνία και ουσιαστικά καταφέρνει να ζήσει ως πρόσωπο σε πλήρη λειτουργία.

Ψυχοθεραπεία και μύθοι

Για να μπορεί κάποιος ψυχολόγος ή κάποιος ψυχίατρος να κάνει ψυχοθεραπεία θα πρέπει να έχει κάνει αντίστοιχη εκπαίδευση σε κάποιο από τα υπάρχοντα μοντέλα ψυχοθεραπείας. Στην Ελλάδα το πτυχίο ψυχολογίας δεν σου δίνει την δυνατότητα της εκπαίδευσης και δεν σε υποχρεώνει να εκπαιδευτείς σε κάποιο μοντέλο ψυχοθεραπείας και κατά συνέπεια ΔΕΝ σε κάνει ψυχοθεραπευτή.Θα έπρεπε κανονικά όλοι οι ψυχολόγοι μετά το πέρας των σπουδών τους να μετέκπαιδεύονται στην ψυχοθεραπεία έτσι ώστε να βοηθούν άρτια τους πελάτες τους.

Στην Ελλάδα αλλά και σε πολλές χώρες δεν υποχρεούται κάποιος να έχει πτυχίο ψυχολογίας ή να είναι ψυχίατρος ώστε να εκπαιδευτεί σε κάποιο είδος ψυχοθεραπείας. Το να δηλώνει κάποιος ψυχοθεραπευτής δεν σημαίνει αυτόματα ότι έχει τον τίτλο και κατέχει άδεια ασκήσεως επαγγέλατος ως ψυχολόγος. Η ολοκληρωμένη εκπαίδευση θα πρέπει να περιλαμβάνει και την ψυχολογία και την ψυχοθεραπεία ωστόσο μέχρι να υπάρξει αντίστοιχος νόμος οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας επιβάλλεται κατά την άποψή μου να είναι συνετοί και να μετεκπαιδεύονται και οι πελάτες αντίστοιχα να είναι προσεκτικοί και να επιλέγουν τους κατάλληλα εκπαιδευμένους ψυχολόγους-ψυχοθεραπεύτες.

Η ψυχοθεραπεία απευθύνεται σε όλους. Μπορεί να βοηθήσει τόσο εκείνουςπου θέλουν να διερευνήσουν διάφορα θέματα και προβληματισμούς της καθημερινότητας όσο και άτομα που αντιμετωπίζουν πιο σύνθετα προβλήματα. Δεν χρειάζεται λοιπόν κάποιος να αντιμετωπίζει πιο σοβαρές ψυχικές δυσκολίες ούτως ώστε να επισκεφθεί τον θεραπευτή του.

Είναι αλήθεια ότι πολλοί από εσάς μπορεί να βρίσκεστε κοντά σε άτομα που έχουν την ικανότητα να σας ακούσουν, να σας συναισθανθούν ή/και να σας συμβουλέψουν, κάτι που ενώ μπορεί να είναι εξαιρετικά ωφέλιμο και όμορφο, δεν είναι το ίδιο με την ψυχοθεραπεία. Ο ψυχολόγος/θεραπευτής είναι εκπαιδευμένος και έμπειρος να ακούει προσεκτικά, να εβανθύνει σε αυτά που λέει ο πελάτης, να τον βοηθά να ξεμπλοκάρει έτσι ώστε η σκέψη του πελάτη και κατά συνέπεια η ανάλυσή του να να προχωρά κι ο πελάτης να ανακαλύπτει ουσιαστικά διεξόδους, λύσεις, να απαντά σε προσωπικά ερωτήματα και να αναπτύσσεται. Η διαδικασία αυτή δεν μπορεί να συγκριθεί με την φιλική ή την συγγενική σχέση καθότι ο θεραπευτής δεν εμπλέκεται με τον πελάτη συναισθηματικα ή κατά οποιοδήποτε τρόπο συνεπώς καταφέρνει να πετυχαίνει αντικειμενικότητα.

Οι ψυχοθεραπευτές έχουν την δυνατότητα να εκπαιδευτούν σε διάφορα μοντέλα ψυχοθεραπείας τα οποία εκπηγάζουν από διαφορετικές φιλοσοφικές, θεωρητικές προσεγγισεις. Η προσέγγιση ενημερώνει και το τι είδους θεραπευτική σχέση θα συνάψει ο κάθε θεραπευτής με τους πελάτες του. Εγώ σαν επαγγελματίας ψυχικής υγείας πιστεύω στην διάδραση, η οποία επιβάλλει την ενεργή ύπαρξη τουλάχιστον δύο ατόμων μέσα στην σχέση κάτι που απέχει πολύ από το μοντέλο του ‘μουγγού’ ψυχολόγου.

Ο καθένας ορίζει και ιεραρχεί μόνος τις ανάγκες του, ωστόσο με τον ίδιοτρόπο που φροντίζουμε οι περισσότεροι την σωματική μας υγεία έτσι θα ήταν καλό να νοιαζόμαστε και για την ψυχική μας υγεία. Πολλές ερευνές ωστόσο αναδεικνύουν άμεση σχέση των δύο, αποδεικνύοντας ότι ‘κακή ή χαμηλή ψυχολογία’ οδηγεί και σε χειρότερη σωματική υγεία και συχνότερη εκδήλωση ποικίλων ασθενειών.

Οχι, οι ψυχοθεραπευτές δεν διαβάζουν το μυαλό τον ανθρώπων και δεν γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή τι σκέφτεσαι και τι νιώθεις. Η δουλεία του θεραπευτή είναι να σε ακούσει, να είναι δίπλα σου, να παρατηρήσει τις αντιλήψεις σου, τα συναισθήματα και τις πράξεις σου έτσι ώστε να σε βοηθά να βρίσκεις πιο λειτουργικούς τρόπους διαχείρισης των δυσκολιών σου.

Ο  ψυχοθεραπευτής είναι εκπαιδευμένος να σε ακούει και να σε βοηθά να ανακαλύπτεις τις δικές σου απαντήσεις, να βρίσκες τα δικά σου πατήματα κάτι που μπορεί να ξεμπλοκάρει τη σκέψη σου. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν σκεψεις, συναισθήματα και εμπειρίες να μπουν σε μία σειρά γεγονός που δύναται να σε οδηγήσει σε προσωπική ανάπτυξη, ψυχική ανάταση και εξέλιξη στα επίπεδα εκείνα που εσύ θέλεις να εξελιχθείς.

Επικοινωνία

  • Λεωφόρος Νίκης 1, 54624 Θεσσαλονίκη
  • katerinatseklidou@gmail.com
  • 6988.199.199